Βάβδος, το Χωριό της Δροσιάς, της Χαράς και της Αγάπης

Η Τέχνη γεννιέται δύσκολα, σ’ αυτά τα χρόνια της ταχύτητας, που ο στοχασμός που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο δεν βρίσκει έδαφος να καρποφορήσει.
Η σταθερότητα των αξιών είναι πλέον αμφίβολη, και η έκφρασις των αισθημάτων δεν μπορεί να προλάβει τα γεγονότα. Ο πολύ γρήγορος ρυθμός της ζωής δεν επιτρέπει να αποτυπώνεις σε χαρτί, στιγμές χαράς, λύπης, αγάπης και εποχών που σημάδεψαν τη ζωή.
Μέσα από τραγούδια, πολλές φορές κακοσυναρμολογημένα και παράφωνα, άλλοτε όμως και ρομαντικά, κι ονειροπόλα, εκφράστηκαν ολόκληρες ιστορίες.
Ο στίχος, είχε πάντοτε για μένα ένα τρόπο έκφρασης. Με μια μικρή ομοιοκαταληξία, μ’ ένα γλυκό ήχο, η ζωή γράφεται μ’ ένα τίτλο και μιλά για όλα.
Ο ΒΑΒΔΟΣ, η Αετοφωλιά των βουνών της Χαλκιδικής, με την ξεχωριστή ομορφιά του, τα πλατάνια του, τους δρυς, τα κρύα νερά του, ήταν για μένα, για μας όλους, τα παιδιά των Βαβδινών μια απέραντη ευχαρίστησης, κάθε καλοκαίρι.
Τα μάτια μου αποτύπωσαν τις απείρου κάλλους ομορφιές του χωριού και κάποτε αποφάσισα να τα πω σε όλους, όσους τα νόμισαν απλά και δεδομένα από τη φύση για να χαιρόμαστε.
Αξέχαστα γλέντια, με την αθωότητα των νεανικών χρόνων, αθώα φλερτ, που γλύκαιναν την καθημερινότητα και χιλιάδες ακούσματα από ιστορίες από παππούδες και γονείς, που παρ’ όλη τη φυγή τους από το χωριό για λόγους ζωής, μέναν στις καρδιές τους.
Και η καθημερινότητα γινόταν συνείδησις ότι κι εμείς είμαστε κομμάτι του Βάβδου, κομμάτι της Γης, που γέννησε αυτούς τους δικούς μας ανθρώπους.
Στη μνήμη τους, αφιερώνω τους στίχους μου, για να ζουν οι ψυχές τους και να βλέπουν από τ’ αστέρια που βρίσκονται πως το χωριό που γεννήθηκαν, που αγάπησαν, που έζησαν και τίμησαν, που μετέδωσαν την αγάπη στα παιδιά τους, παιδιά άξια για να τιμήσουν τέτοιους γονείς και να ευλογούν εσαεί την ύπαρξη τους. Αιωνία τους η μνήμη και η σκιά τους να προστατεύει το ΒΑΒΔΟ.
Το χωριό της ΧΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΟΣΙΑΣ.

Πρόλογος της Κίτσας Μάρκου-Παπαθανασίου